Προλαμβάνοντας τον Σακχαρώδη Διαβήτη | medReha - Part 3
236
post-template-default,single,single-post,postid-236,single-format-standard,paged-3,single-paged-3,bridge-core-3.0.2,qode-page-transition-enabled,ajax_fade,page_not_loaded,,qode-child-theme-ver-1.0.0,qode-theme-ver-28.8,qode-theme-bridge,disabled_footer_top,qode_header_in_grid,wpb-js-composer js-comp-ver-6.9.0,vc_responsive

Προλαμβάνοντας τον Σακχαρώδη Διαβήτη

Προλαμβάνοντας τον Σακχαρώδη Διαβήτη

Άσκηση

pancreasΠαρόλο τ’ ότι η παχυσαρκία θεωρείται γενικά ως ο πιο περίοπτος μετατρέψιμος παράγοντας κινδύνου για τον διαβήτη τύπου 2, η μειωμένη φυσική δραστηριότητα αναγνωρίζεται επίσης ως ένας παράγοντας κινδύνου, ανεξάρτητα από την επιρροή του στο ενεργειακό ισοζύγιο. Μια σχέση μεταξύ της φυσικής δραστηριότητας και του διαβήτη τύπου 2, έχει προταθεί από μελέτες σε κοινωνικές ομάδες που είχαν εγκαταλείψει τον παραδοσιακό τρόπο ζωής ακολουθώντας σχεδόν κατ΄ αποκλειστικότητα μια αδρανή καθιστική ζωή και παρουσίαζαν αξιοσημείωτες αυξήσεις στον ρυθμό επίπτωσης του διαβήτη τύπου 2. Πιο πρόσφατα, το γεγονός ότι ένας δραστήριος τρόπος ζωής πιθανόν να προλαμβάνει ή να καθυστερεί την διάγνωση του διαβήτη τύπου 2, έχει αποδειχθεί μέσα από πολυάριθμες μελέτες. Η προστασία από τον διαβήτη φαίνεται να συμβαίνει από μια μέτριας έντασης φυσική δραστηριότητα, όπως είναι το ζωηρό περπάτημα, καθώς και από την συμμετοχή σε δραστήρια άσκηση. Επιπλέον, η φυσική δραστηριότητα πιθανόν να προάγει ορισμένη προστασία κατά της θνησιμότητας σε όλα τα επίπεδα αντοχής της γλυκόζης, όπως έχει αποδειχθεί στους μεσήλικες άντρες. Ενδιαφέρον προς αυτήν την κατεύθυνση, παρουσιάζει μια μεγάλη παρατηρητική μελέτη που υποστηρίζει ότι τα επίπεδα καρδιοπνευμονικής υγείας στους άντρες επηρεάζουν το μέγεθος της επίδρασης της παχυσαρκίας στην υγεία. Δεν παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος στην θνησιμότητα παχύσαρκων αντρών εάν αυτοί βρίσκονταν σε καλή φυσική φόρμα, ενώ οι λιπόσαρκοι άντρες είχαν αυξημένη μακροζωία μόνο εάν βρίσκονταν σε καλή φυσική κατάσταση. Συνεπώς, η μέτρια έως καλή καρδιοπνευμονική υγεία πιθανόν να μειώνει τον κίνδυνο θνησιμότητας σε όλες τις κατηγορίες σύστασης του σώματος (σε λίπος).

Ποιες είναι οι διατροφικές συστάσεις για την πρόληψη του ΣΔ;

Πρωτεΐνη

brown_sugarΣτις Η.Π.Α. η πρόσληψη πρωτεΐνης που συνιστάται, αποτελεί το 15-20% της μέσης ενεργειακής πρόσληψης και είναι σχεδόν αμετάβλητη για όλες τις ηλικίες, από την βρεφική μέχρι την ενήλικη ζωή ενώ φαίνεται να συνιστάται η ίδια ποσότητα και για τα άτομα με διαβήτη. Έχει θεωρηθεί πως τα άτομα με διαβήτη, έχουν λιγότερες διαταραχές στον μεταβολισμό της πρωτεΐνης εξαιτίας της ανεπάρκειας της ινσουλίνης και της μειωμένης της ευαισθησίας της. Παρ’ όλα αυτά, σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, έχει φανεί πως μια μέτρια υπεργλυκαιμία είναι δυνατόν να προκαλέσει ένα αυξημένο καταβολισμό πρωτεϊνών, που σημαίνει ιδιαίτερα αυξημένες ανάγκες των ασθενών αυτών σε πρωτεΐνη. Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, που τους χορηγείται συμβατική ινσουλίνη, μελέτες κινητικής, έδειξαν αυξημένο πρωτεϊνικό καταβολισμό, γεγονός που σημαίνει πως ένα φυσιολογικό επίπεδο γλυκόζης και μια ικανοποιητική ποσότητα πρωτεΐνης απαιτούνται. Επειδή οι περισσότεροι ενήλικες καταναλώνουν 50% πρωτεΐνη περισσότερο από αυτό που απαιτείται, οι διαβητικοί φαίνεται να προστατεύονται από την πρωτεϊνική υποθρεψία.

Η διαιτητική πρόσληψη πρωτεΐνης έχει αναφερθεί πως είναι η ίδια τόσο σε ασθενείς με νεφροπάθεια όσο και σε μη νεφροπαθείς. Όμως σε όλες τις έρευνες η πρόσληψη της πρωτεΐνης ήταν στα όρια μια συνηθισμένης διαιτητικής πρόσληψης και σπάνια ξεπερνούσε το 20% της ενεργειακής πρόσληψης. Η πρόσληψη πρωτεΐνης σε μια συνηθισμένη δόση δεν φαίνεται να σχετίζεται με την δημιουργία της διαβητικής νεφροπάθειας. Παρ’ όλα αυτά, καταναλώνοντας πρωτεΐνη άνω του 20% της ενεργειακής πρόσληψης δεν έχει αποδειχτεί να συντελεί στην διαβητική νεφροπάθεια και επομένως καλό είναι να αποφεύγονται προσλήψεις πρωτεΐνης άνω του 20% της συνολικής ενεργειακής πρόσληψης.

Πολλές έρευνες σε υγιείς άτομα και σε ασθενείς με ελεγχόμενο διαβήτη τύπου 2, έχουν δείξει πως η γλυκόζη που προέρχεται από την πρωτεΐνη που πέπτεται δεν επηρεάζει στην γενική κυκλοφορία και επομένως η πρωτεΐνη δεν φαίνεται να αυξάνει τα επίπεδα της γλυκόζης του πλάσματος. Επιπλέον, το peak της γλυκόζης που προέρχεται μόνο από υδατάνθρακες είναι παρόμοιο με αυτό των υδατανθράκων και των πρωτεϊνών μαζί. Έτσι φαίνεται πως η πρωτεΐνη δεν μειώνει την απορρόφηση των υδατανθράκων. Σε διαβητικούς ασθενείς τύπου 1, ο χρόνος που η γλυκόζη φτάνει στα peak της και η επακόλουθη μείωση της γλυκόζης ήταν παρόμοια τόσο μετά την χορήγηση υδατανθράκων όσο και με τον συνδυασμό υδατανθράκων με πρωτεΐνες μαζί.

Οι μακροχρόνιες επιδράσεις των διαίτων υψηλές σε πρωτεΐνη και χαμηλές σε υδατάνθρακες είναι άγνωστες. Παρ’ όλα αυτά τέτοιες δίαιτες είναι δυνατόν να προκαλέσουν μια προσωρινή απώλεια βάρους και να βελτιώσουν τα επίπεδα γλυκόζης αλλά δεν έχει εξακριβωθεί εάν διατηρείται η απώλεια βάρους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η μακροχρόνια δράση όμως τέτοιων διαίτων είναι δυνατόν να αυξήσει τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης στο αίμα.

Διαιτητικά Λίπη

Η πρόσληψη διαιτητικού λίπους φαίνεται πως είναι ένας σημαντικός παράγοντας καθορισμού του κινδύνου επίπτωσης διαβήτη, ανεξάρτητα από την ολική θερμιδική πρόσληψη. Σχεδιάζοντας και χρησιμοποιώντας μια υπόθεση ελέγχου, παρατηρήθηκε ότι η αυξημένη πρόσληψη διαιτητικού λίπους σχετίστηκε θετικά με την διάγνωση του διαβήτη, σε έναν πληθυσμό δεύτερης γενιάς Ιαπωνοαμερικανών αντρών. Μετά από τροποποιήσεις της ολικής θερμιδικής πρόσληψης και της παχυσαρκίας, ο Marshall et al. ανέφερε αυξημένη επίπτωση του διαβήτη με την αυξημένη πρόσληψη διαιτητικών λιπών. Ωστόσο, τρεις μεγάλες έρευνες που βασίστηκαν στα ιστορικά ασθενών όταν τους έγινε η διάγνωση διαβήτη, δεν αναγνώρισαν κάποια επίδραση του διαιτητικού λίπους στην επίπτωση του διαβήτη ή αλλιώς, πρότειναν διαφορετικές επιδράσεις διαφόρων υποομάδων διαιτητικού λίπους. Τα αποτελέσματα από δυο πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν ότι αυξημένη πρόσληψη πολυακόρεστων λιπών πιθανόν να σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο επίπτωσης διαβήτη τύπου 2, ανεξάρτητα από τον ΒΜΙ, την ολική ενεργειακή πρόσληψη, την φυσική δραστηριότητα και άλλους ενδεχόμενους παράγοντες επιρροής. Οι εν δυνάμει μηχανισμοί που διαφαίνονται από τα ευρήματα αυτά δεν είναι σαφείς.

Αρκετές μελέτες υποδεικνύουν τα διαιτητικά λίπη ως έναν συντελεστή της ανθεκτικότητας στην ινσουλίνη ανεξάρτητο από την παχυσαρκία, ενώ άλλες έρευνες δεν συμφωνούν με την άποψη αυτή. Όπως και να ‘χει, φαίνεται ότι όλοι οι τύποι διαιτητικού λίπους, εκτός από τα n-3 λιπαρά οξέα, ίσως να έχουν μια αρνητική επίδραση στην ευαισθησία της ινσουλίνης. Τα αποτελέσματα είναι περισσότερο σαφή όσον αφορά την βλαπτική επίδραση των κορεσμένων λιπών. Τα αποτελέσματα αυτά ίσως είναι περισσότερο έντονα μεταξύ ατόμων που είναι παχύσαρκα ή που έχουν χαμηλά επίπεδα φυσικής δραστηριότητας.

Παρόλο που παλαιότερες δοκιμές σε ζώα υποστήριζαν μια λανθάνουσα επιβλαβή επίδραση του διαιτητικού λίπους στην έκκριση ινσουλίνης, πρόσφατες μελέτες σε ανθρώπινους πληθυσμούς έχουν αποτύχει να αποδείξουν είτε κλινικά είτε στατιστικά παρόμοια σημαντικά αποτελέσματα.

Συνολικά, η επίδραση του διαιτητικού λίπους στον κίνδυνο του διαβήτη φαίνεται να έγκειται καταρχήν στην επίδραση των υψηλών σε λίπη διαίτων σε μακροπρόθεσμο ενεργειακό ισοζύγιο. Άλλες ειδικές μεταβολικές επιδράσεις του διαιτητικού λίπους είναι πιθανόν να συμβαίνουν, αλλά φαίνεται να παίζουν έναν ελάχιστα μικρό ρόλο επί του συνολικού κινδύνου εμφάνισης του διαβήτη.

Share